Το φεγγάρι εκείνη τη νύχτα χαιρόταν που άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή και τελικά βγήκε να φωτίσει τη σκοτεινή πεδιάδα. Δεν είχε ξυπνήσει πολύ ορεξάτο και σκεφτόταν σοβαρά να δηλώσει ασθένεια και ίσως να κυνηγήσει και μια αναρρωτική άδεια για δυο - τρεις νύχτες ακόμα. Τελευταία όμως στιγμή, μια ελαφρά οχλαγωγία του τράβηξε τη προσοχή στο κέντρο της πεδιάδας. Δε μπορούσε να διακρίνει καλά τι γινόταν από εκεί που είχε στήσει την αιώρα του και είχε ξαπλώσει οπότε σηκώθηκε, βρίζοντας ελαφρά την τύχη και την ατυχία του μαζί, ανέβηκε την ουράνια ανηφοριά και στάθηκε στη μέση του βραδινού ουρανού. Έριξε το φως του προς το μέρος της φασαρίας και το θέαμα του τράβηξε το ενδιαφέρον.
Δυο ομάδες ανθρώπων είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Ξεχώριζαν οι αρχηγοί τους οι οποίοι κουβαλούσαν μαζί τους ξίφη. Από τη γλώσσα των σωμάτων τους αλλά και από τις σκληρές εκφράσεις των προσώπων τους καταλάβαινε κανείς για τι επρόκειτο. Μονομαχία!
Μόλις το φως του φεγγαριού φώτισε καλά τη πεδιάδα, τα μέλη των δύο ομάδων αποτραβήχτηκαν και άφησαν τους δύο μονομάχους χωρίς το "ομ", δηλαδή μονάχους. Αυτοί τράβηξαν με λεβεντιά τα σπαθιά τους, τόση λεβεντιά που κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν αντιλήφθηκε ούτε το κροτάλισμα των δοντιών τους, ούτε το χτύπημα των τρεμάμενων γονάτων τους αλλά ούτε και την ανεπαίσθητη μυρωδιά ούρων που προερχόταν από τα καλοραμμένα εσώρουχα τους. Κανείς δεν αντιλήφθηκε δηλαδή αυτό που κάποιος πιο άξεστος από εμένα και το φεγγάρι, θα περιέγραφε ως απώλεια ούρων λόγω παρατεταμένης τρομάρας.