Οι Έλληνες πάντοτε αναγνώριζαν τους πολυτραγουδισμένους Κλέφτες και Αρματολούς, που η δράση τους είχε αρχίσει από το 17ο αιώνα, ως στελέχη του μελλοντικού στρατού που θα τους ελευθέρωνε από τον τουρκικό ζυγό.
Σ' αυτούς κυρίως στήριζαν τις ελπίδες της επιτυχίας των απελευθερωτικών τους κινημάτων. Οι κλέφτες κατά την προεπαναστατική περίοδο είχαν οργανωθεί σε ομάδες. Κάθε ομάδα είχε αρχηγό, πρωτοπαλίκαρο, παλικάρια, ψυχογιούς, γιατρό και γραμματικό. Ο καλύτερος φίλος των κλεφτών ήταν τα όπλα τους. Σ' αυτά χρωστούσαν τη ζωή τους, σ' αυτά μπορούσαν να βασίζονται και μ' αυτά περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Σε κρίσιμες στιγμές υπόσχονταν να τα στολίσουν με ασήμι αν τους βοηθούσαν. Όλες αυτές οι συνήθειες και τα συναισθήματα των κλεφτών εκφράζονται μέσα από τα Δημοτικά τραγούδια. Οι αρματολοί είχαν οργανωθεί σαν ελληνικά τοπικά στρατιωτικά σώματα από τους Βενετούς το 17ο αιώνα. Οι Τούρκοι τα διατήρησαν με καθήκοντα αστυνομικά. Οι αρχηγοί τους είχαν τον τίτλο του καπετάνιου ή καπιτάνου (Βενετ. capetanio= αρχηγός, κυβερνήτης), ο διορισμός του οποίου γινόταν κατά τρόπο πανηγυρικό από τις οθωμανικές αρχές. Έτσι οι Οθωμανοί δημιούργησαν ανάμεσά τους μια κληρονομική ομάδα Ελλήνων πολεμιστών εξοικειωμένων στη χρήση των όπλων.
ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥΣ
Οι αρματολοί στην προεπαναστατική Ελλάδα ήταν οπλισμένοι όπως και οι ισχυροί κλέφτες της ίδιας εποχής. Τα όπλα του καπετάνιου, του αρματολού του κλέφτη ήταν τα προσφιλέστερά του αντικείμενα. Η αγάπη του γι' αυτά, αληθινή λατρεία, ήταν το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου τρόπου ζωής μέσα σε μια χώρα γεμάτη κινδύνους. Το ντρόπιασμά τους το θεωρούσαν ατιμία. Αυτός ο προσωπικός στενός σύνδεσμος με τα όπλα φαίνεται καθαρά στη λαϊκή φράση: Τη γυναίκα σου και το τουφέκι σου να μην τα δανείζεις.






