Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Β Λουκά

 


Να είστε συμπονετικοί με τους ανθρώπους γύρω σας όπως είναι συμπονετικός ο Θεός με σας. Αυτή είναι η κατακλείδα του σημερινού ευαγγελικού αποσπάσματος. 

Συμπόνια...αυτό είναι που λείπει σήμερα από τον κόσμο. Συμπόνια. Να αισθανόμαστε τον πόνο και τα βάσανα του άλλου, να κατανοούμε τις ανάγκες του και να συμπαραστεκόμαστε. 

Και αυτή η συμβουλή είναι το κλειδί για να αλλάξουμε τον κόσμο. 

Αν κοιτάξουμε γύρω μας τι βλέπουμε; Συμφεροντολογία και ναρκισσισμό. Εγωπάθεια και αυτοαποθέωση. 

Κοιτάξτε πόσα πράγματα κάνουν οι άνθρωποι για να προβάλλουν τον εαυτό τους ή να κερδίσουν μια θέση. Δείτε πόσα χρήματα και προσπάθεια κατασπαταλούνται και πόσοι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα προς εκμετάλλευση- για το ατομικό κέρδος κάποιων. Πάρα πολλά...

Ας δούμε και πόσα πράγματα γίνονται ανιδιοτελώς με διάθεση για προσφορά και μόνο χωρίς κάποιο αντάλλαγμα, χωρίς κάποιο κέρδος. Ελάχιστα. Τόσο λίγα που όταν τα συναντάμε μας κάνουν τόση εντύπωση που τα συζητάμε για καιρό. 

Λέμε πως θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Πόσοι όμως θέλουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας; Πόσοι θέλουμε να παραμερίσουμε τα δικά μας κέρδη, τη δική μας προβολή, την ανέλιξή μας ώστε να βοηθήσουμε το σύνολο; Τους ανθρώπους της κοινωνίας μας, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι συμπαθείς ή αντιπαθείς; 

Ένας κόσμος εγωισμού δεν είναι παρά μια πρόγευση της κόλασης. Ένας κόσμος αλληλεγγύης είναι μια πρόγευση του Παραδείσου. Συνήθως ζητάμε έναν Παράδεισο με τα στοιχεία της Κόλασης. Αυτό όμως δε γίνεται. 

Ο Χριστός σήμερα μας δείχνει το δρόμο για τον Παράδεισο. όχι για να πάμε εκεί μετά θάνατον αλλά για να τον φέρουμε εδώ στη γη, σε κάποιο βαθμό. Αλλά είναι δρόμος δύσκολος. 

Η επιλογή αφήνεται σε μας. Είτε αλλάζουμε και αλλάζουμε τον κόσμο ή ένα μέρος του ή παραμένουμε σε αυτή τη κατάσταση που βλέπουμε συχνά. 

Gary Moore - Empty Rooms

 


Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Όνειρο σεπτεμβριανής νυχτός!



Καθώς κοιμόμουν είδα όνειρο τρελό! Έναν δεσπότη παρδαλό από το θρόνο του λόγο να βγάζει μα αντί να βγαίνουν λέξεις, αυτός κοάζει! Από κάτω λίγοι μα οπαδοί φανατικοί να τον κοιτούν μ' ορθάνοιχτο το στόμα και κάθε κοασμό να βαλσαμώνουν και κειμήλιο να τον κάνουν. Και δώσ'  του να τον ντύνουν με υφάσματα χρωματιστά βαριά γυαλιστερά κι επιταγές του κόβουν! Στου λόγου το τέλος κατέβηκε από το θρόνο του κι έπεσε με πάθος σ' ενός υπουργού την αγκαλιά ζητώντας ασφάλεια να βρει και θαλπωρή περισσή. Και είδα - στον ύπνο μου πάλι - κόσμο πολύ ν' απομακρύνεται και να πηγαίνει για πίτσα και σουβλάκια. Στης εκκλησίας τη σκεπή να κάθονται κοράκια. Και σε μια γωνιά λίγο πιο 'κει είδα έναν διάβολο να κλαίει. "Γιατί κλαις εσύ;" τον ρώτησα με κάποιο φόβο. "Με τέτοιους ιερείς πες μου, τι μένει εγώ να κάνω; Θα ξεμείνω από δουλειά, της πείνας θα πεθάνω! Γυναίκαι έχω και παιδιά, δαίμονες είναι σκέτοι, άνεργο δε με θέλουνε, στο δρόμο θα με πετάξουν". "Ε κι εσύ" του λέω" μη πολυσκάς, γύρνα το στην εστίαση! Εκεί θα βρεις πελάτες πιο πολλούς, σε μας μείναν κοράκια μόνο!". Και λέγοντας αυτά ξύπνησα, καταϊδρωμένος! Τι όνειρο ήταν κι αυτό στη μέση αυτής της νύχτας...

Dio - All the fools sailed away

 


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Θα ανοίξει η γη...

 


Οι τραγουδιστές είναι ιεραπόστολοι και οι εφοπλιστές και λοιποί επιχειρηματίες είναι αγαθοποιοί. Οι υπουργοί κι οι βουλευτές άγγελοι επί της γης. Υψηλόβαθμοι κληρικοί ντύνονται με ταπετσαρίες για καναπέδες και φοράνε πιο φανταχτερά κοσμήματα κι από παλιές ντίβες του Χόλιγουντ αλλά ενοχλούνται από το ντύσιμο των νέων. Το γαϊδουράκι του Χριστού ήταν η Μερσεντές της εποχής και το ένδυμα του Ιωάννη του Προδρόμου, καμηλό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν υπερβολική που ήθελαν να ζήσουν την ιδανική Εκκλησία. Ουτοπιστές σαν να λέμε (έχουν ειπωθεί αυτά από κληρικούς). Μετά αναρωτιόμαστε γιατί ανοίγουν οι θρόνοι και μας καταπίνουν. Η γη ολόκληρη θα ανοίξει όπως το πάμε αδέρφια!

Εκκλησία και σοσιαλισμός


 

Από τη στιγμή όμως που εντάσσονταν στον χριστιανισμό όλο και περισσότεροι άνθρωποι και οι χριστιανικές κοινότητες εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, η κοινή διαβίωση των πιστών καθίστατο ολοένα και δυσχερέστερη. Το έθιμο των κοινών ημερησίων γευμάτων έσβησε σχεδόν ολοκληρωτικά, ενώ ταυτόχρονα και η απόδοση της προσωπικής περιουσίας προς κοινή χρήση έλαβε έναν νέο χαρακτήρα. Αφού τώρα πλέον οι χριστιανοί δεν ζούσαν σε μιαν κοινή οικογένεια αλλά έπρεπε ο καθένας να μεριμνά για την δική του, έτσι δεν προσφέρονταν πια όλα τα υπάρχοντα προς κοινή χρήση των χριστιανών αδελφών, αλλά μόνο ό,τι περίσσευε και αφού είχαν καλυφθεί οι ανάγκες τής οικογένειας αυτού που θα προσέφερε. Αυτό που τώρα έδιναν οι ευκατάστατοι στο χριστιανικό κοινόβιο, δεν ήταν πλέον συμμετοχή στην κομμουνιστική συμβίωση, αλλά προσφορά για άλλους, μη ευκατάστατους αδελφούς, ήταν πια αγαθοεργία, ελεημοσύνη. Και όταν οι πλούσιοι χριστιανοί σταμάτησαν να ενδιαφέρονται για την κοινοκτημοσύνη και προσέφεραν μόνο ένα μέρος τής περιουσίας τους για άλλους, τότε αυτό το μέρος που προσφερόταν για τους φτωχούς αδελφούς διέφερε κατά περίπτωση και, ανάλογα με την βούληση ή την φύση τού πλούσιου χριστιανού που το προσέφερε, ήταν μικρότερο ή μεγαλύτερο. Έτσι προέκυψε μέσα στους κόλπους τής χριστιανικής κοινότητας η ίδια διαφορά μεταξύ πλουσίου και φτωχού, όπως ακριβώς υπήρχε και στην υπόλοιπη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η διαφορά λοιπόν εναντίον της οποίας οι πρώτοι χριστιανοί είχαν αρχίσει τον αγώνα τους. Μόνο οι φτωχοί χριστιανοί, οι προλετάριοι, απολάμβαναν ακόμη κοινά γεύματα από την κοινότητά τους, ενώ οι πλούσιοι κρατούσαν αποστάσεις από αυτά τα κοινά γεύματα και απλώς προσέφεραν ένα μέρος του πλεονάσματός τους για αυτόν τον σκοπό. Έτσι, όσον αφορά στους χριστιανούς, είχαμε και πάλι ακριβώς τις ίδιες συνθήκες που επικρατούσαν στην ρωμαϊκή κοινωνία: ο λαός ζούσε από ελεημοσύνες, τις οποίες προσέφερε μια μειοψηφία πλουσίων. Ενάντια σε αυτή τη ρωγμή που δημιουργούσε η κοινωνική ανισότητα εντός της χριστιανικής κοινότητας αγωνίζονταν επί μακρόν οι πατέρες τής Εκκλησίας εκφωνώντας φλογερούς λόγους, με τους οποίους κατακεραύνωναν τους πλουσίους και τους καλούσαν διαρκώς να επιστρέψουν στον κομμουνισμό των πρώτων Αποστόλων.Ο Άγιος Βασίλειος  π.χ. απειλούσε τους πλουσίους κατά τον 4ο αιώνα με αυτόν τον τρόπο: «Ω άθλιοι, πώς θα δικαιολογηθείτε ενώπιον του ουρανίου δικαστού; Θα μου απαντήσετε: Ποια ενοχή μας βαραίνει, εφ' όσον κρατούμε για τον εαυτό μας αυτό που μας ανήκει; Σας ερωτώ όμως: Τι θεωρείτε εσείς ιδιοκτησία σας; Από ποιον την αποκτήσατε; ... Πώς πλουτίζουν οι πλούσιοι αν όχι υφαρπάζοντας αυτά που ανήκουν σε όλους; Εάν ο καθένας δεν κατείχε περισσότερα από αυτά που του είναι αναγκαία για να συντηρηθεί και απέδιδε τα υπόλοιπα σε άλλους, δεν θα υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί.» 

Rosa Luxemburg - Εκκλησία και Σοσιαλισμός -  Εκδόσεις Firebrand (μακράν ο εκδοτικός οίκος με τις πιο ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες εδώ και καιρό)

Iron Maiden - Wasting Love

 



Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ωρίμανση

 


Τελικά το σημαντικότερο και το δυσκολότερο είναι να ωριμάσουμε. Να πάψουμε να φερόμαστε σαν κακομαθημένα παλιόπαιδα όταν δε γίνεται το δικό μας. Όταν δε νικά η ομάδα μας, όταν δεν κυβερνά το κόμμα μας, όταν η ζωή μας δεν ανταποκρίνεται στο θέλημά μας. Υπάρχουν κι άλλες ομάδες, κι άλλα κόμματα και άλλοι άνθρωποι που θέλουν διαφορετικά πράγματα. Δεν μπορούμε να σταυρώνουμε τα χέρια και να κατεβάζουμε τα μούτρα κάθε φορά που δε γίνεται το δικό μας. O κήπος της Γεθσημανής είναι το παράδειγμα της ωρίμανσης. Ο Χριστός άφησε το θέλημά Του και αφουγκράστηκε το θέλημα του Πατέρα Του,  και πέρασε βασανισμούς και σταύρωση. Εμείς απαιτούμε ο Θεός να υπηρετήσει κάθε μας "ανάγκη" αλλιώς τον απορρίπτουμε. Ο Θεός ευτυχώς δεν απορρίπτει τους ανθρώπους. Περιμένει να ωριμάσουμε και από παιδιά κακομαθημένα να γίνουμε άνθρωποι ολοκληρωμένοι ώστε να μπορέσουμε να Τον πλησιάσουμε και αντί να θέλουμε να πραγματοποιηθεί το θέλημά μας, να κάνουμε δικό μας το δικό Του θέλημα. 

Αντώνιος του Ζαντόνσκ, ο διά Χριστόν Σαλός

 


 

Ο Αντώνιος γεννήθηκε το 1726 και καταγόταν από οικογένεια χωρικών της ρωσικής πόλης Ζαντόνσκ και έφερε το επίθετο Αλεξέγιεβιτς. Σε ηλικία εφτά χρονών εξαφανίστηκε από το σπίτι του κατά τη διάρκεια μίας καταιγίδας. Όταν τον βρήκαν δύο εβδομάδες αργότερα σε ένα ποταμάκι στους αγρούς της περιοχής, συμπεριφερόταν πολύ παράξενα. Σ' όλες τις ερωτήσεις, τους απαντούσε ασυνάρτητα ή δεν μιλούσε καθόλου. Το μόνο γνωστό για το διάστημα των δύο αυτών εβδομάδων είναι ότι έτρωγε άγρια φασόλια. Από εκεί και πέρα συνέχισε να ζει ως ένας γιουροντίβι, μέχρι τα 125 του χρόνια που κοιμήθηκε ειρηνικά.


Ντυνόταν πολύ ιδιόρρυθμα, φορώντας πάντοτε άσπρα ρούχα ενώ μία κόκκινη μαντίλα τον έσφιγγε στην μέση και κρατούσε πάντοτε ένα μπαστούνι, καίτοι δεν είχε κανένα πρόβλημα στο περπάτημα


 Οι προσκυνητές που έρχονταν στο λείψανο του Αγίου Τύχωνα στο Ζαντόνσκ, τον αντιμετώπιζαν με πολλή αγάπη και συχνά ζητούσαν τις συμβουλές του και τις ευλογίες του



 Κάποτε δύο γυναίκες που πήγαν κοντά του, του είπαν ότι η μία ήλθε να προσκυνήσει τον Άγιο Τύχωνα και να προσευχηθεί για μία μεγάλη της αμαρτία και η άλλη ότι δεν είχε κάτι ιδιαίτερο που βάρυνε τη συνείδησή της, εκτός από μικροπράγματα, αλλά παρ' όλα αυτά ήρθε να προσκυνήσει.

Τότε ο Αντωνούσκα, όπως τον φώναζαν χαΐδευτικά είπε στην πρώτη: «Πάρε μία μεγάλη πέτρα και ρίξε την όσο πιο μακριά μπορείς» Ύστερα γύρισε στην δεύτερη και της είπε να μαζέψει πολλές μικρές-μικρές πέτρες και να τις πετάξει και εκείνη. Μετά από όλα αυτά τους ξαναλέγει: «Φέρτε πίσω η καθεμιά τις πέτρες σας και βάλτε τις στο σημείο από όπου τις πήρατε» Η πρώτη δεν δυσκολεύτηκε καθόλου, ενώ για την δεύτερη ήταν αδύνατον.


«Πήγαινε», λέει στην πρώτη, «εξομολογήσου τη μεγάλη σου αμαρτία και θα σου συγχωρεθεί». «Ενώ εσύ» είπε στην δεύτερη «που νόμιζες ότι ήσουν εντάξει με τη συνείδησή σου γιατί δεν είχες κάνει παρά μόνο πολλές μικρές καθημερινές αμαρτίες των οποίων η σπουδαιότητα σου φαινόνταν ελάχιστη, να ξέρεις ότι το βάρος όλων αυτών μαζί ξεπερνάει ίσως το βάρος της βαριάς αμαρτίας της συντρόφου σου. Μόνο που θα έχεις μεγαλύτερη δυσκολία να τίς ανακαλύψεις και να τίς ξεφορτωθείς».



 Έτσι ζώντας ο άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 29 Σεπτεμβρίου 1851 ημέρα που μέχρι σήμερα η Αγία Ρωσική Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη του.


Από το βιβλίο του Ίκαρου Πετρίδη «Εμπαίζοντες. Ημείς μωροί διά Χριστόν» εκδ. Μορφή

Metallica - The Unforgiven II

 


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ανάπτυξη!

 


Αφού ψωνίζετε για να φάτε, έχετε λεφτά(Αδ.Γεωργιάδης). Ειδικά εσύ που διαβάζεις τώρα, σε έχω δει να αγοράζεις κρουασάν. Είναι πρώτης ανάγκης το κρουασάν; Αφού ο δρόμος είναι γεμάτος ΙΧ έχετε και βενζίνη. Αν δεν έχετε, να πάρετε και κανένα λεωφορείο(Κουλκοδίνας, βουλευτής ΝΔ). Που μου μάθατε όλοι με ένα αμάξι κι ένα μηχανάκι. Άντε. Να είστε με τους νοικοκυραίους, όχι με του κακομοιραίους(Θεοχάρης, υφυπουργός εξωτερικών). Είδατε ωραία που σας τα λένε από τη κυβέρνηση; Α! Κι αν ζείτε σε καμιά Πλάκα, σε τίποτα Πετράλωνα ή κατά Κυψέλη μεριά, να κοιμάστε με τα ρούχα σας. Μπορεί να χρειαστεί να εγκαταλείψετε άμεσα μη σας έρθει στο κεφάλι.

Και ένα μπόνους: Ο αποδεκατισμός της κτηνοτροφίας συνεχίζεται.

Ανάπτυξη για...τους δικούς τους!

Σπίθες Ανανέωσης: Η Απογοήτευση και η Ανάδυση ενός Νέου Ρομαντισμού

 


https://dlondon7.substack.com/p/sparks-of-renewal-disillusionment?utm_source=chatgpt.com


του Daniel Wortel-London

Το άνοιγμα της Τρίτης Συμφωνίας του Κόπλαντ. Το αμφιθέατρο του Λούις Σάλιβαν. Τα ηλιοβασιλέματα του Τζορτζ Ίνες. Ένα ποίημα του Γουίτμαν. Το «Racing in the Street».


Ως έφηβος στη δεκαετία του ’90, βυθισμένος σε έναν πολιτισμό που ένιωθα πως είχε μολυνθεί πέρα από κάθε ελπίδα σωτηρίας, γαντζώθηκα σ’ αυτά τα έργα τέχνης όπως ο ναυαγός γαντζώνεται στα συντρίμμια: ελπίζοντας πως κάποια μέρα, αν κατάφερνα να βγω στη στεριά, εκείνο από το οποίο κρατιόμουν θα μου έδινε καύσιμο για μια φωτιά που θα έδινε ζωή.


Σήμερα είμαστε όλοι ναυαγοί. Όμως μέσα στις πολλαπλές κρίσεις μας, κάποιοι από εμάς ανάβουν φωτιές στις παραλίες — και κάποιοι άλλοι τις προσέχουν.


Παρατηρητές με οξυδερκές βλέμμα, σε διάσπαρτα άρθρα, διακρίνουν το θρόισμα νέων συναισθηματικών διαθέσεων, νέων «δομών του συναισθήματος». Έναν Νέο Ρομαντισμό. Μια νέα ειλικρίνεια. Μια εμφάνιση του Μεταμοντερνισμού. Ένα σμήνος από «μετά-» προσεγγίσεις (μεταφιλελευθερισμός, μεταλαϊκισμός, μεταανάπτυξη, αναρτήσεις στο Substack…). Η επικίνδυνη αλλά αναγκαία πράξη του να διακρίνουμε τι γεννιέται και τι πεθαίνει στη σημερινή μας συγκυρία μάς καλεί ξανά. Κανείς μας δεν μπορεί να απαντήσει πλήρως. Όλοι μας πρέπει να προσπαθήσουμε.


Αυτή είναι η πρώτη μου απόπειρα. Αντλώ έμπνευση από διεισδυτικούς στοχαστές όπως ο Ρος Μπάρκαν και ο Τεντ Τζόια, οι οποίοι και οι δύο βλέπουν να αναδύεται ένα νέο πολιτισμικό μέτωπο. Ένα μέτωπο που αμφισβητεί τις παιδαριώδεις αισιοδοξίες και τις εύκολες απαισιοδοξίες που κατέστησαν δυνατές τις καταστροφές της εποχής μας.


Κι εγώ βλέπω αυτούς τους σπόρους πολιτισμικής εξέγερσης. Θαυμάζω τις αναλογίες που κάνουν αυτοί οι συγγραφείς ανάμεσα στη δική μας εποχή και την πρώιμη ρομαντική περίοδο — αναμφισβήτητα την τελευταία στιγμή στη δυτική Ιστορία κατά την οποία πολιτισμικές και κοινωνικές επαναστάσεις προχώρησαν με επιτυχία ταυτόχρονα.


Υπήρχαν όμως δύο μορφές ρομαντικού ριζοσπαστισμού. Η πιο γνωστή ήταν ο ατομικός αισθητισμός, που ενσαρκώθηκε από τον Όσκαρ Ουάιλντ. Η άλλη ήταν το κοινοτιστικό, παραγωγιστικό όραμα που ανέδειξε ο Γουίλιαμ Μόρις. Πιστεύω πως και οι δύο αυτές τάσεις αποκτούν σήμερα ολοένα μεγαλύτερη παρουσία στον πολιτισμό μας — και η αυξανόμενη απογοήτευσή μας από την πολιτική όπως ασκείται συνήθως θα τις επιταχύνει ακόμη περισσότερο. Το καθήκον μας είναι να αναγνωρίσουμε, να καλλιεργήσουμε και να συνυφάνουμε αυτές τις δύο τάσεις, ώστε να μπορέσουν να στηρίξουν το είδος των κοινοτήτων που χρειάζονται οι άνθρωποι και ο πλανήτης μας.


Αυτό το δοκίμιο είναι η πρώτη μου απόπειρα να χαράξω τα περιγράμματα αυτής της σύνθεσης — μια αναζήτηση αυτού που θα μπορούσε να μας στηρίξει καθώς συγκεντρωνόμαστε γύρω από τις φλόγες του αναδυόμενου.


Μεταμοντερνισμός 101


Αφετηρία μας είναι, ελπίζω, ο μεταμοντερνισμός. Τα διακριτικά του γνωρίσματα είναι οικεία: επιφάνεια αντί για βάθος, ειρωνεία αντί για δέσμευση, ροή αντί για τόπο. Κατά τη δεκαετία του 1990, ό,τι είχε απομείνει στην εφηβική μου ψυχή από την κεντροευρωπαϊκή Bildung εξεγέρθηκε εναντίον του. Δεν υπήρχε όμως τρόπος διαφυγής: ακόμη και εκείνοι οι θεωρητικοί που αποκάλυπταν τον μεταμοντερνισμό ως την «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού» δεν ενδιαφέρονταν να οικοδομήσουν ένα συλλογικό υποκείμενο που θα μπορούσε να του αντισταθεί. Ανάμεσα στις μηδενιστικές κριτικές των ακαδημαϊκών και την παιδαριώδη σαβούρα της τηλεόρασης, αποσύρθηκα ευχαρίστως στο δικό μου Kultur.


Και ύστερα συνέβη η 11η Σεπτεμβρίου.


Ίσως, όπως παρατηρεί ο Τζον Μπάσκιν, τα στοιχεία ενός μετα-μεταμοντέρνου πολιτισμού ήταν ήδη ορατά πριν από το 2001 (Γουές Άντερσον, Σούφτζαν Στίβενς, Stuckism). Όμως δύο εικόνες, τραβηγμένες με διαφορά λίγων εβδομάδων, αποτελούν ίσως την πλησιέστερη απεικόνιση του «πριν» και του «μετά» του μεταμοντερνισμού που θα μπορούσαμε να έχουμε. Η μία ήταν μιας ομάδας φαινομενικά αποστασιοποιημένων χίπστερ — στο Γουίλιαμσμπεργκ, μάλιστα — να απολαμβάνουν τη θέα μπροστά στο φλεγόμενο κέντρο της πόλης. Η άλλη, που έχει μείνει περισσότερο στη μνήμη παρά έχει αποτυπωθεί σε εικόνες, ήταν άγνωστοι άνθρωποι να κλαίνε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε δημόσια πάρκα, μπροστά σε αυτοσχέδια μνημεία.





Με ποιους θα προτιμούσατε να είστε;


Εξακολουθούμε, φυσικά, να ζούμε στον κόσμο που δημιούργησε ο μεταμοντερνισμός — πουθενά περισσότερο απ’ ό,τι στο διαδίκτυο. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Η οικονομική διαστρωμάτωση, η κλιματική κρίση, η Covid-19, ένας πολυπολικός κόσμος: όλα αυτά διέκοψαν τις απρόσκοπτες ροές ανθρώπων και εμπορευμάτων που είχαν καταστήσει δυνατό τον μεταμοντερνισμό. Σε αυτές τις χωρικές ρήξεις προστέθηκε μια νέα χρονική κινητικότητα: η Ιστορία βρίσκεται και πάλι σε κίνηση, όχι μόνο με τη μορφή της «ανάπτυξης» και της «επέκτασης» — των μεταμοντέρνων υποκατάστατων της προόδου — αλλά και με τη δυνατότητα κρίσιμων καμπών, παρακμής, αποκάλυψης: και ίσως ακόμη και βελτίωσης.


Όλες αυτές οι ιστορικές εξελίξεις αποτελούν το έδαφος για μια νέα εποχή μεταμοντερνισμού: τη «δομή του συναισθήματος που αναδύεται κατά τη δεκαετία του 2000 και έχει καταστεί η κυρίαρχη πολιτισμική λογική των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών». Είναι ένας μη ικανοποιητικός όρος, εξίσου μη ικανοποιητικός όσο και ο «μεταμοντερνισμός»: δεν παύει όμως να είναι χρήσιμος. Χαρακτηρίζει τις ευαισθησίες της εποχής μας ως μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στα κατάλοιπα του μεταμοντερνισμού, στις αναβιώσεις του μοντερνισμού και στα πρώτα σκιρτήματα εντελώς νέων πολιτισμικών λεξιλογίων.


Με αυτά δεδομένα, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία του πολιτισμού μας που ταλαντεύεται και τα οποία τον διακρίνουν σαφώς από ό,τι προηγήθηκε. Η ειλικρίνεια, όπως αντικατοπτρίζεται σε όλα, από τον poptimism μέχρι τον λαϊκισμό, από τα reaction videos μέχρι τα subreddits, χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της πρώιμης πρώιμης εποχής του μεταμοντερνισμού (2001–2016). Η παρόρμηση να δημιουργείς, να γράφεις και να μοιράζεσαι τα πάθη σου με άλλους. Η ώθηση προς την αυτομόρφωση, ακόμη και προς την αυτοβελτίωση. Η επιθυμία να αποκτήσει το έργο σου νόημα και σκοπό.


Οι εκλογές μετά το 2024 είναι απίθανο να μεταβάλουν αυτή την τάση, αν και θα μπορούσαν να πήξουν και να ανακατευθύνουν αυτή την «ειλικρίνεια» προς ορισμένα ενδιαφέροντα πολιτικά εγχειρήματα, όπως θα συζητήσω αργότερα. Η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς ως μέσα μεταρρύθμισης, ή ως θεσμούς ικανούς να μεταρρυθμιστούν, είναι πιθανό να συνεχιστεί. Ο μηδενισμός απέναντι στον ακτιβισμό γενικότερα ενδέχεται να καταλάβει μεγαλύτερο μέρος του πολιτισμικού μας περιβάλλοντος.


Ο μεταμοντερνισμός, όμως, δεν είναι τίποτε αν όχι διαλεκτικός. Τα επόμενα χρόνια θα βλέπουμε όλο και περισσότερο την κουλτούρα μας να ταλαντεύεται μπρος και πίσω ανάμεσα στον ακτιβισμό και τον ησυχασμό, στην ελπίδα και την απόγνωση — ιδιαίτερα υπό το φως της περαιτέρω ανεργίας που θα προκαλέσει η τεχνητή νοημοσύνη, της συνεχιζόμενης κλιματικής αλλαγής και άλλων διαφόρων δυσοίωνων εξελίξεων. Το γεγονός ότι ανθεί μια κοινότητα «αισιόδοξων που περιμένουν την καταστροφή» αποτελεί σύμπτωμα της διπολικότητας της εποχής μας.



Τι είδους πολιτικές δυνατότητες θα ανοίξουν ή θα κλείσουν αυτές οι τάσεις; Μην ανησυχείτε, σύντομα θα αρχίσω να απαντώ σε αυτά τα ερωτήματα. Πριν από αυτό, όμως, θέλω να εξετάσω ορισμένα σχόλια γύρω από το θέμα: κυρίως εκείνα που παρουσιάζουν αυτές τις εξελίξεις ως προάγγελους ενός νέου ρομαντισμού.


Ερωτευμένοι με τον καπιταλισμό


Ο ρομαντισμός βρίσκεται στον αέρα. Ο Τεντ Τζόια έχει γράψει για το πώς «σιγοβράζει η αντίδραση στην κυριαρχία της τεχνολογίας πάνω στην καθημερινή ζωή, ιδιαίτερα στους θεοειδείς αλγορίθμους — των οποίων ο πραγματικός υπολογισμός παραμένει ιδιοκτησιακός — που κυβερνούν ολόκληρη την ψηφιακή ύπαρξη». Ο Ρος Μπάρκαν έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο σε αυτή την ερμηνεία, γράφοντας στις 19 Ιανουαρίου για μια «έλξη προς τον ρομαντισμό» που πρόκειται να βιώσει ο πολιτισμός μας. Ο ίδιος και άλλοι παραλληλίζουν την εποχή μας με εκείνη της ρομαντικής περιόδου, όταν οι καλλιτέχνες υπερασπίζονταν κατά παρόμοιο τρόπο «το δημιουργικό πνεύμα» απέναντι στον «επιστημονισμό και τις αξιώσεις του».


Στην πραγματικότητα, όμως, μεγάλο μέρος αυτού που γνωρίζουμε ως ρομαντισμό ήταν απολύτως συμβατό με τον Διαφωτισμό και τα δύο παιδιά του: τον σύγχρονο φιλελευθερισμό και τον σύγχρονο καπιταλισμό. Ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με τα μεγάλα κινήματα υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας που σάρωσαν τη Δύση στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, προσδίδοντάς τους μια ορμή και μια ζωντάνια που ίσως διαφορετικά να μην είχαν. Η μουσική βροντή του Μπετόβεν ενάντια στη ναπολεόντεια τυραννία αντηχούσε μέσα από μια ανερχόμενη μεσαία τάξη που εξεγειρόταν εναντίον των ασφυκτικών ορθοδοξιών των φεουδαρχικών προνομίων.


Όταν όμως οι πολιτικές νίκες της μεσαίας τάξης είχαν επιτευχθεί και οι εξεγέρσεις του 1848 είχαν ηττηθεί, μεγάλο μέρος του δυτικού ρομαντισμού άρχισε να σαπίζει. Ο αστός έγινε γνώστης και συλλέκτης, αγοράζοντας καλαισθησία και συναισθηματική εκτόνωση μέσα από τα εμπορευματοποιημένα πάθη των άλλων. Ο πλούσιος που δάκρυζε στην όπερα, ο υπάλληλος που ονειρευόταν τη μεσαιωνική ηρωική ζωή, το νεογοτθικό αρχοντικό ενός βιομηχάνου: αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό εκείνο στο οποίο περιορίστηκε το όνειρο του ρομαντισμού. Οι καλλιτέχνες αναγκάζονταν είτε να ικανοποιούν αυτούς τους Φιλισταίους είτε να γυρίζουν την πλάτη τους στην αγορά στο όνομα της «τέχνης για την τέχνη» και της αμόλυντης ψυχής τους. Και στις δύο περιπτώσεις, τα κύρια ρεύματα της δυτικής τέχνης στράφηκαν προς τα μέσα, μακριά από τα μεγάλα συλλογικά κινήματα που τους είχαν δώσει ζωή, καθοδηγούμενα από τις αστικές απαιτήσεις, την καλλιτεχνική ιδιοτροπία ή και από τα δύο.


Μία από τις μεγάλες εξαιρέσεις σε αυτή την υποχώρηση ήταν ο Όσκαρ Ουάιλντ. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο, δεδομένης της φήμης του Ουάιλντ ως του κατεξοχήν αισθητιστή. Όμως στο σπουδαίο δοκίμιό του του 1891, Η ψυχή του ανθρώπου υπό τον σοσιαλισμό, ο Ουάιλντ υποστήριξε ότι μόνο ένα κοινωνικό κίνημα για την εξίσωση των συνθηκών και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας θα μπορούσε να επιτρέψει στην τέχνη και την ατομικότητα να ανθίσουν.


Όπως είχαν τα πράγματα, ο καπιταλισμός έπνιγε την ατομική δημιουργικότητα, εξαθλιώνοντας τους ανθρώπους και υποχρεώνοντάς τους σε μονότονη, αλλοτριωτική εργασία. Απαλλαγμένοι από την «τυραννία της ανάγκης» και τις επιταγές των ιδιοκτητών της ιδιωτικής περιουσίας, οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι να αφιερωθούν στην καλλιέργεια των δικών τους καλλιτεχνικών οραμάτων. Αυτό θα επέτρεπε έναν ατομικισμό «πολύ πιο ελεύθερο, πολύ πιο εκλεπτυσμένο και πολύ πιο έντονο από ό,τι είναι σήμερα».



Το όραμα του Ουάιλντ για έναν αισθητικό ριζοσπαστισμό έχει μεγάλη απήχηση, όπως θα δούμε, στον σύγχρονο πολιτισμό μας. Την ίδια όμως εποχή που έγραφε εκείνος, άνθιζε μια άλλη, εντελώς διαφορετική μορφή ρομαντικού ριζοσπαστισμού: μια μορφή που δεν οικοδομούνταν γύρω από το απερίσπαστο άτομο, αλλά γύρω από την ισχυρή κοινότητα.


Ο Άλλος Ρομαντισμός


Όποια επίπεδα αποξένωσης και κατακερματισμού κι αν πιστεύουμε ότι βιώνουμε σήμερα, δεν συγκρίνονται με τις καταστροφές που υπέστη ο μέσος Ευρωπαίος του δέκατου ένατου αιώνα. Ξεριζωμένος από την αγκαλιά κοινοτήτων αιώνων, πεταμένος στην ανώνυμη και κατακερματισμένη μεγαλούπολη, υποχρεωμένος σε εργασία του πιο εξευτελιστικού και απομονωτικού είδους, αποκομμένος από τις γνώριμες παραδόσεις και αξίες που έδιναν νόημα στη ζωή του: έτσι έμοιαζε η «πρόοδος» για τις μάζες. Δεν είναι περίεργο που τα ποσοστά αυτοκτονιών αυξάνονταν όσο προχωρούσε ο αιώνας.


Πολλοί καλλιτέχνες και ριζοσπάστες συμμερίζονταν αυτή την οπτική. Οι ποικιλόμορφοι τοπικοί πολιτισμοί που είχαν προσφέρει στήριγμα στους ανθρώπους ασφυκτιούσαν κάτω από τον πολιτικό απολυταρχισμό, την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την αλλοτριωτική μεγαλούπολη. Σχετικά λίγοι, ωστόσο, επιθυμούσαν μια επιστροφή στην ορθοδοξία και την ομοιομορφία του παλιού χωριού. Αντί γι’ αυτό, ήθελαν να δημιουργήσουν κοινότητες οργανωμένες γύρω από τις ανάγκες και τα όνειρα όλων των συμμετεχόντων τους, όπου η οικονομική και πολιτική ζωή θα διαπνεόταν από τη δημοκρατία και όπου ο πολιτισμός θα παραγόταν συλλογικά, όπως και θα καταναλωνόταν συλλογικά. Ήθελαν, με λίγα λόγια, μια κοινότητα ίσων.


Η μορφή που ενσάρκωσε καλύτερα τις κοινοτιστικές τάσεις του ρομαντισμού ήταν ο Γουίλιαμ Μόρις.



Γεννημένος σε οικογένεια της μεσαίας τάξης, ο Γουίλιαμ Μόρις μεγάλωσε αντιδρώντας, όπως και ο Ουάιλντ, στη φτηνιάρικη μαζική παραγωγή διακοσμητικών αντικειμένων της εποχής του. Όπως και ο Ουάιλντ, απεχθανόταν τον τρόπο με τον οποίο αυτή εξαθλίωνε τους εργάτες, αποξενώνοντάς τους παράλληλα από τα προϊόντα της εργασίας τους. Και οι δύο απεχθάνονταν τον μηχανοποιημένο μόχθο και τον χοντροκομμένο ωφελιμισμό που μετέτρεπε την ανθρωπότητα σε αναλώσιμα γρανάζια.


Υπήρχαν, ωστόσο, δύο σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Πρώτον, ο Μόρις έβλεπε την τέχνη με κοινωνικούς και κοινοτικούς όρους — τον καθεδρικό ναό, όχι το ποίημα. Μόνο οι ισχυρές κοινότητες μπορούσαν να δημιουργήσουν μεγάλη τέχνη. Και δεύτερον, ο Μόρις έβλεπε την τέχνη ως κάτι που ενσαρκώνεται μέσα στην εργασία, όχι ως απελευθέρωση από την εργασία. Η τέχνη είναι «η έκφραση της χαράς του ανθρώπου από την εργασία».


Αφού διάβασε τα έργα του Μαρξ και του Χένρι Τζορτζ, η πολιτική συνείδηση του Μόρις εμβαθύνθηκε, καθώς εντόπισε τη βαθύτερη αιτία της εξωτερικής σήψης του μηχανοποιημένου πολιτισμού. «Διαπίστωσα ότι οι αιτίες της χυδαιότητας του πολιτισμού», έγραψε, «βρίσκονταν βαθύτερα απ’ όσο είχα φανταστεί, και σιγά σιγά οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι όλες αυτές οι ασχήμιες δεν είναι παρά η εξωτερική έκφραση της έμφυτης ηθικής εξαχρείωσης στην οποία μας υποχρεώνει η σημερινή μορφή της κοινωνίας». Μόνο μια ισότιμη και ελεύθερη κοινωνία, υποστήριζε, θα μπορούσε να προσφέρει τις υλικές προϋποθέσεις για μια ζωή που θα άξιζε να βιωθεί, για έναν πλουσιότερο πολιτισμό, για μια πιο ολοκληρωμένη ανθρωπότητα.


Για να επιτευχθεί αυτό, ο Μόρις αναγνώριζε ότι θα χρειαζόταν μια νέα οικονομική βάση, οργανωμένη γύρω από τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και όχι γύρω από το κράτος ή τον μεμονωμένο καπιταλιστή. Για να οικοδομηθεί όμως αυτή η βάση, απαιτούνταν η εκπαίδευση της επιθυμίας. Γι’ αυτό ο Μόρις έγραψε ουτοπικά μυθιστορήματα όπως το Ειδήσεις από το Πουθενά, προκειμένου να δώσει στους ανθρώπους μια γεύση του πώς θα μπορούσε να είναι η αληθινή κοινότητα και να τους εμπνεύσει να την πραγματοποιήσουν. Ήταν μια ταπεινή δουλειά — αλλά αναγκαία δουλειά. Όπως δήλωσε ο σύντροφος ρομαντικός Γκούσταβ Λαντάουερ: «Παρόλο που είμαστε λίγοι, πρέπει να αρχίσουμε· επειδή είμαστε λίγοι, πρέπει να αρχίσουμε με μικρά βήματα. Μόλις αρχίσουμε, όμως, θα μπορέσουμε να δείξουμε σε όλους όσοι μπορούν να δουν τι πραγματικά είναι ο σοσιαλισμός, η χαρά και η κοινότητα! Τότε θα ξέρουμε: σύντομα θα είμαστε πολλοί».


Ανάβοντας τις φωτιές


Ποιες είναι, λοιπόν, οι πολιτισμικές δυνατότητες της δικής μας εποχής; Ποια στοιχεία του ρομαντισμού αναβράζουν μέσα στη σημερινή μας πραγματικότητα; Και πώς μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές τις «αναδυόμενες δομές του συναισθήματος», ώστε να οικοδομήσουμε κάτι πιο άξιο για ακμαία άτομα και κοινότητες;


Από τη μία πλευρά, βλέπουμε σημάδια επιστροφής στην κοινότητα. Παρά όλη τη συζήτηση για τη μοναξιά και τα άδεια γήπεδα μπόουλινγκ, πραγματικά πιστεύω ότι υπάρχει μια πείνα για κοινότητα, για συλλογικές εμπειρίες, που μπορεί κανείς να βρει σε όλα, από τις λαϊκιστικές συγκεντρώσεις μέχρι τα subreddits. Δεν είναι όλα αυτά τα κινήματα προοδευτικά, αλλά η δίψα για σύνδεση είναι απτή.


Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι υπάρχουν κινήματα για την ανοικοδόμηση της civic infrastructure που είναι απαραίτητη για μια υγιή κοινοτική ζωή: όχι μόνο με τη δημιουργία περισσότερων δημόσιων πάρκων και βιβλιοθηκών, αλλά και με τη δημιουργία των ειδών οικονομικών δραστηριοτήτων που λειτουργούν ως άγκυρες για την κοινότητα.


Παράλληλα με αυτή τη στροφή προς την κοινότητα, παρατηρείται μια επιστροφή στον αισθητισμό. Ειρωνικά, η ανεργία που θα δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη πιθανότατα θα αναγκάσει περισσότερους ανθρώπους να αναζητήσουν νόημα στη ζωή τους έξω από την εργασία — κάτι που, όπως θυμόμαστε, αποτελούσε το βασικό μοτίβο της πρώιμης μεταμοντέρνας κουλτούρας. Αυτό, μαζί με τη διατάραξη της πολιτιστικής βιομηχανίας, θα αναγκάσει τους καλλιτέχνες να δημιουργούν για τον εαυτό τους, αν όχι για την αγορά. Μια επιστροφή στην «τέχνη για την τέχνη» αναδύεται.


Οι εξελίξεις αυτές θα επιταχυνθούν από την πολιτική εξάντληση της εποχής μας. Η απογοήτευση από τους θεσμούς, είτε ως μέσα είτε ως στόχους μεταρρύθμισης, όπως έχει επισημάνει ο Ρος Μπάρκαν, βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Η απογοήτευση από αυτό που ο Άντον Γιάγκερ έχει αποκαλέσει hyperpolitics πλησιάζει σε σημείο καμπής. Αυτό μπορεί να είναι προσωρινό, όπως επιβάλλει η φύση του μεταμοντερνισμού. Στο μεταξύ, όμως, οι άνθρωποι θα διοχετεύσουν μέρος του πάθους που κάποτε αφιέρωναν στην πολιτική και την εργασία σε εναλλακτικά κανάλια.


Το μη πολιτικό, όμως, δεν είναι ποτέ απλώς μη πολιτικό. Όπως η οικονομία μας εξαρτάται από «μη οικονομικές» δραστηριότητες για να ευδοκιμήσει — τη σκουριά, τους φυσικούς πόρους — έτσι και τα πολιτικά μας κινήματα εξαρτώνται από «μη πολιτικούς» παράγοντες για να επιτύχουν. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορούμε να έχουμε ισχυρά πολιτικά κινήματα χωρίς πρώτα να οικοδομήσουμε ισχυρούς πολιτισμούς και ισχυρές κοινότητες που θα μπορούν να τα στηρίξουν. Έχω υποστηρίξει αυτή την άποψη σε πρόσφατο κείμενό μου και πιστεύω ότι η Αριστερά αρχίζει να το αναγνωρίζει.


Και εδώ ακριβώς βλέπω μια υπόσχεση στη μετατόπιση του κλίματος της εποχής μας μακριά από την πολιτική όπως ασκείται συνήθως. Επιστρέφοντας στην τέχνη και την κοινότητα, μπορούμε να δημιουργήσουμε τις βασικές συνθήκες που απαιτούνται για τα μετασχηματιστικά πολιτικά κινήματα που μπορούν και πρέπει να επιστρέψουν. Η επιστροφή στην τέχνη και την κοινότητα θα μας βοηθήσει να οικοδομήσουμε τις σχέσεις, να γεννήσουμε τα οράματα και να καλλιεργήσουμε το οικοσύστημα που μπορούν να στηρίξουν πιο ανοιχτά πολιτικές δράσεις από τους απογόνους του Ουάιλντ και του Μόρις. Πάνω απ’ όλα, μπορούν να θρέψουν την αίσθηση αυτενέργειας που χρειαζόμαστε για να αντισταθούμε: όπως έχει δηλώσει η Αλέξις Φρανς, «οι τέχνες είναι μετασχηματιστικές επειδή βοηθούν τους ανθρώπους να δουν τον εαυτό τους και να αγγίξουν τις δικές τους δυνατότητες δημιουργίας». Και τα πολιτικά κινήματα που θα δημιουργήσουν αυτοί οι καλλιτέχνες-ακτιβιστές μπορούν, με τη σειρά τους, να καλλιεργήσουν τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που θα επέτρεπαν στους καλλιτέχνες και στις κοινότητες να ανθίσουν.


Σε αυτή τη στιγμή αβεβαιότητας, όπου η πολιτική εξάντληση και οι πολιτισμικές μετατοπίσεις διαπλέκονται, η αναζωπύρωση της τέχνης και της κοινότητας προσφέρει όχι μόνο παρηγοριά αλλά και ένα θεμέλιο για ανανέωση. Αγκαλιάζοντας τις δύο αυτές τάσεις — τον αισθητισμό και τον συλλογικισμό — που αμφότερες έχουν ισχυρές αντιστοιχίες με τη μεταμοντέρνα εποχή μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρους όπου τα άτομα θα βρίσκουν νόημα και έκφραση και όπου οι κοινότητες θα ακμάζουν χάρη στον κοινό σκοπό και τη φροντίδα. Αυτές οι προσπάθειες δεν αποτελούν αντιπερισπασμό από την πολιτική δράση — αποτελούν τις προϋποθέσεις της. Είναι το έδαφος μέσα στο οποίο μπορούν να ριζώσουν μετασχηματιστικά κινήματα, προσφέροντας τις σχέσεις, τη φαντασία και την αίσθηση αυτενέργειας που είναι απαραίτητες για να αμφισβητηθεί η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.


Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι πιο άξιο για ακμαία άτομα και κοινότητες, πρέπει πρώτα να ανάψουμε αυτές τις φωτιές, καλλιεργώντας τις σπίθες της δημιουργικότητας και της αλληλεγγύης που θα φωτίσουν τον δρόμο μπροστά μας. Στην τέχνη και την κοινότητα μπορεί ακόμη να βρούμε τα εργαλεία για να αλλάξουμε τον κόσμο μας.

All Them Witches - Am I Going Up?

 


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή Α Λουκά

 


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή κλείνει με μια συγκλονιστική φράση: "καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.  καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ". Δηλαδή: Ο Ιησούς τότε είπε στο Σίμωνα: «Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους». Ύστερα, αφού τράβηξαν τα ψαροκάικα στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.

Το πέρασμα από ένα τρόπο ζωής στηριγμένο σε υπολογισμούς και προγράμματα σε έναν τρόπο ζωής βασισμένο στη πίστη. 

Η Αγία Μαρία Σκομπτσόβα έλεγε πως "υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσεις. Εντελώς νόμιμα και αξιοπρεπώς μπορείς να περπατάς πάνω στη γη: να μετράς, να ζυγίζεις και να προγραμματίζεις για το μέλλον. Aλλά είναι εξίσου δυνατό να περπατάς επί των υδάτων. Τότε είναι αδύνατο να μετράς και να προγραμματίζεις το μέλλον. Το μόνο πράγμα που είναι απαραίτητο είναι να πιστεύεις διαρκώς. Μια στιγμή ολιγοπιστίας κι αρχίζεις να βυθίζεσαι. Οι δια Χριστόν σαλοί ήταν οι άγιοι της ελευθερίας. Η ελευθερία μας καλεί, ενάντια σ’ όλο τον κόσμο, ενάντια όχι μόνο στους ειδωλολάτρες, αλλά και σε πολλούς που αρέσκονται να λέγονται Χριστιανοί, να αναλάβουμε το έργο της Εκκλησίας σ’ αυτό το δρόμο ο οποίος είναι και ο πιο δύσκολος. Και θα γίνουμε σαλοί δια Χριστόν, γιατί γνωρίζουμε όχι μόνο τη δυσκολία αυτού του δρόμου, αλλά και την απέραντη ευτυχία του να νιώθουμε το χέρι του Θεού σε ό,τι κάνουμε."

Οι μαθητές υπερβαίνουν κάθε δικό τους υπολογισμό και μέτρημα, αφήνουν τα καϊκια και τα ψάρια στην ακτή και αφήνονται να τους οδηγήσει η πίστη. 

Τα παραπάνω δε σημαίνουν πως θα ζούμε σπάταλα ή χωρίς να σκεφτόμαστε τους λογαριασμούς που έχουμε να πληρώσουμε για παράδειγμα. Αλλά δε θα είναι αυτά που θα οδηγούν τη ζωή μας. Η πίστη είναι αυτή που θα μας οδηγεί. 

Προφανώς δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο. Είναι τέτοιες οι συνθήκες που μας δυσκολεύουν μια τέτοια πορεία. Αλλά είναι αυτό που η Αγία Μαρία μας λέει που πρέπει να μας κλονίσει: "γνωρίζουμε όχι μόνο τη δυσκολία αυτού του δρόμου, αλλά και την απέραντη ευτυχία του να νιώθουμε το χέρι του Θεού σε ό,τι κάνουμε".

Το ταξίδι μας στη πίστη είναι δύσκολο και επικίνδυνο, σαν να περπατάμε στο νερό αλλά η χαρά που μας δίνει η παρουσία του Κυρίου μας σε κάθε τέτοιο βήμα είναι που μας ωθεί να ακολουθήσουμε μια τέτοια πορεία. 

Και επειδή όλα αυτά φαντάζομαι πως ακούγονται κάπως δύσκολα και πολύ μυστικιστικά ίσως, να σας πω αυτό κλείνοντας. Είστε σήμερα εδώ στην εκκλησία αυτή αντί να κοιμάστε ή να πίνετε καφέ σε κάποια καφετέρια ή στο μπαλκόνι του σπιτιού σας. Αυτό είναι ακριβώς που συζητάμε τόση ώρα. Δεν επικράτησε η ανάγκη για ξεκούραση. Δεν σας κράτησε στο κρεβάτι η κούραση της εβδομάδας. Όχι. Επικράτησε η  πίστη  και αυτή σας οδήγησε εδώ. 

Και αν αυτό σας φαίνεται μικρό, να θυμάστε ότι από τα μικρά και καθημερινά πράγματα μόνο μπορούμε να φτάσουμε στα μεγάλα. Γι' αυτό, ας κρατήσουμε αυτό το σημερινό μικρό βήμα και να δούμε αν θα καταφέρουμε να κάνουμε και δεύτερο και τρίτο και αν τελικά θα μπορέσουμε και να ανοίξουμε τον βηματισμό μας. 

Όπως και να 'χει, σε κάθε βήμα, μικρό ή μεγάλο, ο Χριστός θα είναι δίπλα μας. 


Η εποχή του Νεορομαντισμού - Για τη διαίσθηση και την αντίσταση σε έναν κόσμο που ελέγχεται πλήρως

 


https://airesidency.substack.com/p/the-age-of-neo-romanticism?utm_source=chatgpt.com

Της Emily Manges

Όταν πρόκειται για το γούστο, πάντα πίστευα ότι είναι σημαντικό να ξέρεις τα όριά σου. Θα είμαι ο πρώτος που θα παραδεχτεί ότι δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα καλό κινηματογραφικό γούστο. Έχω καλό γούστο στην τέχνη και καλό γούστο στο design. Και δεν εννοώ «γούστο» με την έννοια που έχει αποκτήσει στον τεχνολογικό λόγο, αλλά με την παλαιότερη έννοια, πιο κοντά στο «ξέρω για τι πράγμα μιλάω» — ή ίσως σε ένα κάποιο *je ne sais quoi*.


Το λέω αυτό ως διευκρίνιση για όσα πρόκειται να πω: μου άρεσαν πραγματικά τα *Ανεμοδαρμένα Ύψη*. Κάντε μου μήνυση, αλλά το να περάσω δύο ώρες στα εξαιρετικά ανακλινόμενα καθίσματα του AMC Lower East Side, παρακολουθώντας όμορφους ανθρώπους με όμορφα ρούχα, μέσα σε άγρια, κινηματογραφικά τοπία, ήταν μια πραγματικά υπέροχη εμπειρία.


Τα τοπία ήταν εκείνα που έμειναν περισσότερο μέσα μου. Προφανώς ήταν εκπληκτικά, αλλά ταυτόχρονα καθρέφτιζαν και την εσωτερική ζωή των ηρώων: άγρια και φορτισμένα σε κάποιες σκηνές, υπερβολικά ελεγχόμενα και περιποιημένα σε άλλες. Ο κόσμος αυτός έμοιαζε σαν να είχε βγει από έναν πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ.

*Σκηνή από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη*


Πέρα από τα *Ανεμοδαρμένα Ύψη* και το *Hamnet*, κι άλλα σημάδια νεορομαντισμού έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε ολόκληρο τον πολιτισμό. Η αστρολογία, το ταρό, ακόμη και μια κάποια «μαγισσίστικη» διάθεση δεν βρίσκονται πλέον στο περιθώριο.


Ο Ρομαντισμός, που εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν ταυτόχρονα φιλοσοφία και αισθητική. Έδινε προτεραιότητα στη φύση, το δέος και τον μυστικισμό, αντί για την καθαρή ορθολογικότητα. Υποστήριζε ότι οι σημαντικότερες αλήθειες δεν είναι πάντοτε και οι πιο εύκολα αναγνώσιμες ή κατανοητές.


Αισθητικά, ο Ρομαντισμός ενισχύει την ατμόσφαιρα. Στρέφεται προς τη φύση και τον μυστικισμό μέσα από σβησμένα πράσινα και μπλε, διάχυτο φως και μια αίσθηση κίνησης ή αιώρησης. Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό· νιώθεις σαν να έχεις τοποθετηθεί μέσα στη σκηνή.


**Ρομαντισμός και εκβιομηχάνιση**


Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς ο βιομηχανικός καπιταλισμός και ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού εδραιώνονταν, οι ρομαντικοί καλλιτέχνες άρχισαν να διατυπώνουν μια διαφορετική αντίληψη για την ανθρώπινη εμπειρία. Ενώ ο Διαφωτισμός έδινε έμφαση στη σαφήνεια και την τάξη, ο Ρομαντισμός στράφηκε προς την αμφισημία, το συναίσθημα και τα όρια της λογικής.


Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στη ζωγραφική. Ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ συχνά τοποθετούσε μια μοναχική μορφή μπροστά σε απέραντα βουνά, ωκεανούς ή ορίζοντες γεμάτους ομίχλη. Ο άνθρωπος είναι μικρός, αλλά όχι ασήμαντος, και ο θεατής καλείται να έρθει αντιμέτωπος με την κλίμακα της φύσης.


Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, *Δύο άνδρες ατενίζουν το φεγγάρι*, περ. 1825–1830, λάδι σε μουσαμά


Σε ένα διαφορετικό πεδίο, ο Χένρι Φουζέλι στράφηκε προς το παράλογο. Οι ονειρικές μορφές του αιωρούνται ανάμεσα στον εφιάλτη και την αποκάλυψη, καθιστώντας ορατό τον εσωτερικό κόσμο πολύ πριν ο Υπερρεαλισμός τον διαμορφώσει ως καλλιτεχνικό ρεύμα. Στη Γαλλία, ο Αν-Λουί Ζιροντέ εισήγαγε μια πιο ψυχρή, πιο ανοίκεια ατμόσφαιρα, με σώματα εξιδανικευμένα αλλά παράξενα αποκομμένα από κάθε σταθερότητα, παγιδευμένα ανάμεσα στην κλασική μορφή και τη φασματική παρουσία.


Ο Ρομαντισμός και η εκβιομηχάνιση εξελίχθηκαν παράλληλα, ανταποκρινόμενα ο καθένας στην ίδια μεταβολή. Το ένα επιδίωκε να οργανώσει τον κόσμο σε συστήματα. Το άλλο προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανό εκείνο που αντιστεκόταν στα συστήματα.

Χένρι Φουζέλι, *Ο Εφιάλτης*, περ. 1781, λάδι σε μουσαμά

Αν-Λουί Ζιροντέ, *Ο ύπνος του Ενδυμίωνα (Le Sommeil d’Endymion ή Effet de lune)*, 1791, λάδι σε μουσαμά


**Μια επιθυμία για αύρα**


Οι περίοδοι κατά τις οποίες αναβιώνει ο Ρομαντισμός τείνουν να εμφανίζονται ξανά γύρω από μεγάλες τεχνολογικές μεταβάσεις. Η σημερινή νεορομαντική ευαισθησία μοιάζει προφανώς να αποτελεί μια αντίδραση στην τυποποίηση της νόησης — στην τεχνητή νοημοσύνη.


Είναι πάντα δύσκολο να προσδιορίσεις την αισθητική μιας εποχής ενώ τη ζεις· είναι σαν το νερό μέσα στο οποίο κολυμπάμε. Αυτό μοιάζει ιδιαίτερα αληθινό σήμερα, καθώς υπάρχουν λιγότερες κεντρικές δυνάμεις που διαμορφώνουν το γούστο. Δεν υπάρχουν ακαδημίες, ούτε κυρίαρχοι πολιτιστικοί θεματοφύλακες. Κι όμως, σε πλατφόρμες όπως το Cosmos, το TikTok και το X, ορισμένα μοτίβα επανέρχονται διαρκώς: ομίχλη, ερείπια, ουράνιο φως, μοναχικές μορφές. Ακόμη και το αρχέτυπο του ρομαντικού, ο «Art Hoe», είναι πλέον απόλυτα mainstream.


Καθώς τα συστήματα γίνονται ολοένα καλύτερα στο να μοντελοποιούν και να προβλέπουν τον κόσμο, η έλξη προς ό,τι αντιστέκεται στη μοντελοποίηση γίνεται ισχυρότερη. Όσο πιο εύκολα αναγνώσιμο γίνεται το καθετί, τόσο περισσότερη αξία συγκεντρώνεται γύρω από εκείνο που παραμένει ακριβώς έξω από αυτή την αναγνωσιμότητα.

Sarah Jane-Perman, *Χωρίς τίτλο*


**Διαμεσολαβώντας την εσωτερική φωνή**


Αν η εκβιομηχάνιση έστρεψε τους ανθρώπους προς τη φύση και η νεωτερικότητα τους έστρεψε προς τα μέσα, προς το ασυνείδητο, τότε η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει να στρέφει την προσοχή προς κάτι ελαφρώς διαφορετικό: τη διαίσθηση.


Έχω παρατηρήσει πόσοι από τους φίλους μου «καταρρέουν και καταφεύγουν στο Chat», ζητώντας από τα μοντέλα συμβουλές για τις σχέσεις τους, τις αποφάσεις τους, ακόμη και για το πώς αισθάνονται. Ως έναν βαθμό, λειτουργεί. Όμως η εισαγωγή ενός ενδιάμεσου σε αυτόν τον κύκλο κινδυνεύει να αμβλύνει το εσωτερικό σήμα.


Ποιο θα επικρατήσει με τον καιρό, η ήσυχη φωνή μέσα στο κεφάλι σου ή το Chat;


Ίσως το ανανεωμένο ενδιαφέρον για εναλλακτικά συστήματα πεποιθήσεων, και αυτή η ευρύτερη επιστροφή στον νεορομαντισμό, να είναι λιγότερο αισθητική και περισσότερο δομική. Ένας τρόπος να ξαναχτίσουμε πλαίσια που δίνουν προτεραιότητα στην εσωτερική γνώση. Γιατί το σήμα γίνεται όλο και πιο αδύναμο όσο περισσότερο το αναθέτεις σε άλλους.

Zarina Sembinova, *Νέα Μυθολογία*, Nasty Magazine


Κυριακή Β Λουκά

  Να είστε συμπονετικοί με τους ανθρώπους γύρω σας όπως είναι συμπονετικός ο Θεός με σας. Αυτή είναι η κατακλείδα του σημερινού ευαγγελικού ...