Όταν ήμουν μικρός, στη γειτονιά είχαμε δυο "συγκροτήματα" χαμόσπιτων που κατοικούσαν Ρομά(τότε γύφτοι, μετέπειτα τσιγγάνοι)Φωνακλάδες, φασαριόζοι, λίγο απατεωνίσκοι και κλέφτες αλλά κομμάτι της κοινωνίας μας. Είχαν σχέσεις με τους υπόλοιπους της γειτονιάς, μη φανταστείτε τίποτα αδελφικές φιλίες, απλά μια συνύπαρξη, κάποιες φορές παράλληλη.
Και γενικά η θέση τους στην τότε κοινωνία ήταν αυτή. Κάποιες φορές ενοχλητικοί, παραβατικοί αλλά κομμάτι της κοινωνίας. Με τα γλέντια τους, τα προβλήματά τους, τα δράματά τους.
Η γενική ιδέα ήταν πως οι Τσιγγάνοι ήταν πονηροί, καταφερτζήδες, απατεωνίσκοι, γλέντζέδες, φωνακλάδες, ψιλοάγριοι, με την έννοια του πρωτόγονου.
Υπήρχε ρατσισμός. Δεν τρελαινόμασταν να είμαστε και πολύ κοντά. Αλλά σε ένα πλαίσιο κατανόησης. Θυμάμαι πως κοντά στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής περνούσαν από το χωριό μου και κατασκήνωναν έξω το βράδυ και μετά από μια δυο μέρες έφευγαν.
Δεν υπήρχε αυτό το μίσος που υπάρχει σήμερα. Ήταν αδιανόητο να ακουστεί η φράση "να τους σκοτώσουμε όλους", "να τους εξαφανίσουμε" ή άλλα παρόμοια που ακούγονται σήμερα. Και δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη ομάδα.
Ώρες ώρες προσπαθώ να καταλάβω πως φτάσαμε ως εδώ. Δεν μπορώ να εντοπίσω αλλαγές μεγάλες στους Έλληνες σαν ανθρώπους, ίδιοι βλάκες με τότε είμαστε, όμως υπάρχει μια ξεκάθαρη στροφή στον μισανθρωπισμό. Στον εκλεκτικό μισανθρωπισμό. Σε αυτόν που στρέφεται εναντίον των φτωχών.
Ακόμα και πολλοί από αυτούς που αναπολούν "αθώα" την εποχή που μεγάλωσαν. καταλήγουν πάντα σε ένα κρεσέντο μίσους προς διάφορες ομάδες ανθρώπων.
Όχι ότι οι Ρομά είναι αθώοι και άμοιροι των ευθυνών τους. Αλλά όταν η κοινωνία, ένα μεγάλο και όλο μεγαλύτερο μέρος της, μισεί, το πρόβλημα είναι της κοινωνίας.




