Ὀλιβιὲ Κλεμάν
Μ' ἀρέσει ν' ἀκούω τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Δὲ μ' ἀρέσει νὰ μιλάω ἐγὼ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μοῦ φαίνεται, πὼς μετράει θετικὰ μονάχα κεῖνο τὸ γύρισμα τῆς καρδιᾶς πρὸς τὸ παρελθόν, ποὺ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὸ μέλλον. «Ὕπαγε καὶ μηκέτι ἁμάρτανε», εἶπε ὁ Χριστὸς στὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἀφοῦ τὴν ἔσωσε ἀπ' τὸ λιθοβόλημα. Ὅλα εἶναι ξανὰ καινούργια. Δὲν ὑπάρχει πιὰ θάνατος. Λοιπόν, ὁ θάνατος εἶναι ὁ καθρέφτης, ποὺ μέσα σ' αὐτὸν κυτταζόμαστε ἀδιάκοπα. Γι' αὐτὸ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ὁ καθρέφτης εἶναι σπασμένος. Ὅμως, θάθελα νὰ προσπαθήσω νὰ μιλήσω γιὰ Κεῖνον, Μὲ ποιό τρόπο μᾶς ἀναζητάει. Μὲ ποιό τρόπο μὲ ἀναζήτησε καὶ μὲ βρῆκε. […]
Ὅταν εἴμουνα παιδί, δὲν μοῦ μιλοῦσαν ποτὲ γιὰ τὸν Θεό. Δὲν μοῦ ἀπαντοῦσαν, ὅταν ρωτοῦσα, ὅπως ρωτοῦν ὅλα τὰ παιδιά, γιατί ζοῦμε καὶ γιατί πεθαίνουμε. Μοῦ ἔκοβαν τὴν ἐρώτηση, ἔτσι, ὅπως κάνουν καὶ σήμερα, προσπαθώντας νὰ σταματήσουν ἀπ' τὴν ἀρχὴ τὴ διατύπωσή της. Ποτὲ δὲ μιλοῦσαν γι' Αὐτόν. Καὶ ποτὲ δὲν τοῦ μιλοῦσαν. Ἐξὸν ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες – κι αὐτὸ ἴσως γιὰ μιὰ μονάχα φορά – ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπ' τὴν τραγικὴ περιοχὴ τῶν Σεβαίν, κουβαλώντας πάνω τους τὴν ἐπανάσταση, σὰ μιὰ λάβα κρυωμένη ἀφύσικα καί, πού, μπροστὰ στὸν πρόωρο θάνατο κάποιου δικοῦ τους, ξεσποῦσαν σ' ἀσταμάτητη βλαστήμια, μὲ τρόπο, ποὺ νὰ ἐξαρθρώνεται ἡ ὕπαρξη.






