Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Ο απόστολος Πέτρος

Apostolos Petros

imconstantias

Δύο είναι οι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι, ο Πέτρος και ο Παύλος. Ο δεύτερος, όμως, με το πληθωρικό του έργο, ιεραποστολικό και επιστολογραφικό, έχει επισκιάσει τον πρώτο, μολονότι αυτός είναι που πήρε από τον Κύριο «τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. 16,19).

Σε τούτο, λοιπόν, το άρθρο θα εκθέσουμε συνοπτικά τη δράση του μεγάλου «στύλου» της Εκκλησίας όπως τον αποκαλεί ο Παύλος (Γαλ, 2,9), κάνοντας κι ένα σκιαγράφημα του όλου βίου του.

Ο Πέτρος, γεννημένος στη Βηθσαϊδά, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, ήταν γιός του Ιωάννη ή Ιωνά και αδελφός του πρωτοκλήτου αποστόλου Ανδρέα. Μαζί μ’ αυτόν και δύο ακόμη αποστόλους, τους γιους του Ζεβεδαίου Ιάκωβο και Ιωάννη, ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Στη Καινή Διαθήκη αναφέρεται και με τα ονόματα Σίμων, Συμεών και Σίμων Πέτρος. Ο Κύριος τον ονόμασε Κηφά (δηλαδή βράχο, πέτρα).


Μετά το γάμο του ο Πέτρος εγκαταστάθηκε στην Καπερναούμ, απ’ όπου καταγόταν η γυναίκα του. Από τους τρεις συνοπτικούς ευαγγελιστές γνωρίζουμε πως ο Χριστός θεράπευσε την άρρωστη πεθερά του. Οι ίδιοι ευαγγελιστές αναφέρουν και τη κλήση του στο αποστολικό αξίωμα. Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος κατέλαβε ηγετική θέση στο κύκλο των δώδεκα αποστόλων. Στους βιβλικούς καταλόγους των μαθητών αναφέρεται πάντα πρώτος, ενώ άνηκε, μαζί με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, στο στενό κύκλο των πιο έμπιστων προσώπων του Ιησού. Στην Καισάρεια του Φιλίππου, όταν ο Χριστός, λίγο πριν το πάθος του, φανέρωσε στους μαθητές του ότι θα σταυρωνόταν στα Ιεροσόλυμα, ο Πέτρος τον πήρε ιδιαιτέρως και προσπάθησε να τον αποτρέψει απ’ αυτό.

Κατά το Μυστικό Δείπνο, όταν ο Κύριος θέλησε να πλύνει τα πόδια των μαθητών του, ο Πέτρος αρχικά αρνήθηκε. Και μολονότι τότε υποσχέθηκε πως ήταν έτοιμος ακόμα και τη ζωή του να θυσιάσει για τον Ιησού, ύστερ’ από λίγο τον αρνήθηκε.

Αξιώθηκε να διαπιστώσει πρώτος την Ανάσταση και να δει πρώτος τον αναστημένο Χριστό. Πριν την Πεντηκοστή, σε κοινή σύναξη των πιστών, υπέδειξε να εκλέξουν τον αντικαταστάτη του Ισκαριώτη Ιούδα. Την ήμερα της Πεντηκοστής, πάλι, μίλησε με τόση παρρησία και σαγηνευτικότητα στο συγκεντρωμένο πλήθος, ώστε πίστεψαν και βαπτίστηκαν γύρω στις τρείς χιλιάδες ψυχές. «Ισραηλίτες!», είπε ανάμεσα στ’ άλλα, «Ακούστε με: Ποιός ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος, σας το απέδειξε ο Θεός με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που έκανε μέσω εκείνου ανάμεσα σας. Αυτά τα ξέρετε πολύ καλά. Και όμως σεις τον Ιησού τον θανατώσατε, βάζοντας αθεόφοβους ανθρώπους να τον καρφώσουν στο Σταυρό. Βέβαια, σας παραδόθηκε γιατί έτσι όρισε ο Θεός, που το θέλησε και το γνώριζε. Ο Θεός όμως τον ανέστησε, ελευθερώνοντάς  τον από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ήταν αδύνατο να τον κρατήσει ο θάνατος… Για το γεγονός αυτό όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες. Αφού, λοιπόν, ανέβηκε με τη δύναμη του Θεού στον ουρανό και έλαβε από τον Πατέρα το Άγιο Πνεύμα, που του το είχε υποσχεθεί, το μοίρασε πλούσια σ’ εμάς. Κι εσείς τώρα βλέπετε και ακούτε τις ενέργειές του… «Ας γνωρίζει, λοιπόν, με βεβαιότητα κάθε Ισραηλίτης ότι αυτόν τον Ιησού, που εσείς τον σταυρώσατε, ο Θεός τον ανέδειξε Κύριο και Μεσσία!… Να μετανοήσετε, και να βαπτισθεί ο καθένας σας στο όνομα του Ιησού Χριστού, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας κι έτσι θα λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτά που υποσχέθηκε ο Θεός, είναι για σας και για τα παιδιά σας και για όσους βρίσκονται μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος και Θεός μας» (Πράξ. 2,22 κ.έ.).

Μια μέρα ο Πέτρος ανέβηκε με τον Ιωάννη στο Ναό. Εκεί, αφού θεράπευσε θαυματουργικά, στο όνομα του Χριστού, έναν εκ γενετής χωλό, μίλησε για δεύτερη φορά στο πλήθος, που είχε μείνει κατάπληκτο από το θαύμα. «Γιατί θαυμάζετε, Ισραηλίτες», είπε. «Και τι μας κοιτάτε έτσι, σαν να είναι με δική μας δύναμη ή ευσέβεια που κάναμε το χωλό να βαδίζει; Ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των πατέρων μας έδειξε τη δόξα του Ιησού, που εσείς τον παραδώσατε για να σταυρωθεί και τον αρνηθήκατε μπροστά στον Πιλάτο, όταν εκείνος αποφάσισε να τον αφήσει ελεύθερο. Εσείς αρνηθήκατε τον άγιο και δίκαιο. Ζητήσατε να ελευθερωθεί ένας φονιάς και σκοτώσατε τον αρχηγό της ζωής. Ο Θεός όμως τον ανέστησε από τους νεκρούς, κι εμείς είμαστε μάρτυρες για το γεγονός αυτό. Και τούτον εδώ το χωλό, που τον βλέπετε και τον γνωρίζετε, τον στερέωσε στα πόδια του το όνομα του Ιησού και η πίστη σ’ αυτόν. Και τώρα, αδελφοί, ξέρω πως ό,τι κάνατε το κάνατε από άγνοια, όπως και οι άρχοντες σας. Έτσι πραγματοποίησε ο Θεός ό,τι είχε προαναγγείλει με το στόμα όλων των προφητών, ότι δηλαδή θα πάθει ο Χριστός.Μετανοήστε, λοιπόν, και επιστρέψτε στο Θεό, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας, ώστε να έρθει ο καιρός που ο ο Κύριος θα σας ανακουφίσει από τα δεινά…» (Πράξ. 5   3,12-20). Και τότε πίστεψαν πολλοί από τους ακροατές του λόγου του Πέτρου. Έτσι ο αριθμός των ανδρών της    Εκκλησίας έφτασε τις πέντε χιλιάδες.

Ο διοικητής της φρουράς του Ναού και οι Σαδδουκαίοι -η ιερατική αριστοκρατία του ιουδαϊσμού, που  δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών- αγανάκτησαν, ακούγοντας το κήρυγμα για την ανάσταση του Κυρίου. Έπιασαν, λοιπόν, τους αποστόλους και τους  έκλεισαν στη φυλακή. Την άλλη μέρα τους οδήγησαν  στο συνέδριο, ένα σώμα από εβδομήντα μέλη (ιερείς, νομοδιδασκάλους και λαϊκούς από έγκριτες οικογένειες), που αποτελούσε τότε την ύψιστη αρχή σε νομικά και θρησκευτικά θέματα. Εκεί ο Πέτρος μίλησε με πολύ θάρρος, ομολογώντας απερίφραστα τον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα και Λυτρωτή. «Από κανέναν άλλον», είπε,  «δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία, ούτε υπάρχει  άλλο πρόσωπο κάτω από τον ουρανό δοσμένο στους  ανθρώπους, με το οποίο μπορούμε να σωθούμε» (Πράξ. 4,12). Τότε τα μέλη του συνεδρίου απείλησαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη, δίνοντας τους εντολή να μην ξαναμιλήσουν πια για τον Ιησού σε κανέναν. Εκείνοι, όμως, ήταν ανένδοτοι. «Κρίνετε μόνοι σας», τους είπαν,  «τί είναι πιο σωστό ενώπιον του Θεού, εσάς ν’ ακούμε  ή Εκείνον; Εμείς, πάντως, δεν μπορούμε να μη μιλάμε  γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε» (Πράξ. 4,20). Αφού τους απείλησαν πάλι, τους άφησαν ελεύθερους επειδή δεν έβρισκαν κάποια εύλογη πρόφαση για να τους τιμωρήσουν.

Χάρη στο κήρυγμα και τα θαύματα του Πέτρου  -ήταν αρκετό να πέσει και η σκιά του, όταν περνούσε,  πάνω σ’ έναν άρρωστο, για να γίνει καλά (Πράξ. 5,15)-, «όλο και περισσότερα πλήθη από άνδρες και γυναίκες  πίστευαν στον Κύριο και γίνονταν μέλη της Εκκλησίας»(Πράξ. 5,14).

Γεμάτοι φθόνο οι Σαδδουκαίοι, τον έπιασαν πάλι και    τον φυλάκισαν μαζί με τους άλλους αποστόλους. Τη νύχτα, όμως, άγγελος Κυρίου άνοιξε τις πόρτες της    φυλακής, τους έβγαλε έξω και τους είπε: «Πηγαίνετε στο Ναό και κηρύξτε στο λαό το μήνυμα για τη νέα ζωή» (Πράξ. 5,20). Έτσι κι έκαναν, αδιαφορώντας για  τις συνέπειες. Γιατί λίγο αργότερα συνελήφθησαν πάλι και οδηγήθηκαν στο συνέδριο, όπου ο Πέτρος έκανε γι’ άλλη μια φορά θαρραλέα ομολογία, αρνούμενος να σταματήσει το κήρυγμα του αναστημένου Ιησού και τονίζοντας ότι «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώ­ποις» (Πράξ. 5,29). Έξαλλα τα μέλη του συνεδρίου, θέλησαν να θανατώσουν όλους τους αποστόλους. Ένας συνετός νομοδιδάσκαλος όμως, ο Γαμαλιήλ, τους έπεισε να μη διαπράξουν το ανόμημα. Τους έδειραν μόνο, κι ύστερα τους απέλυσαν.

Αργότερα ο Πέτρος και ο Ιωάννης στάλθηκαν από τους αποστόλους στη Σαμάρεια, που είχε δεχτεί το λόγο του Θεού λίγο πρωτύτερα από τον άγιο διάκονο Φίλιππο. Εκεί ο Πέτρος συναντήθηκε με τον μάγο Σίμωνα, που τόλμησε να ζητήσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος προσφέροντας χρήματα, και επιτιμήθηκε γι’ αυτό αυστηρά από τον απόστολο. Αφού κήρυξαν το Ευαγγέλιο σε πολλά χωριά των Σαμαρειτών, ο Πέτρος και ο Ιωάννης γύρισαν στα Ιεροσόλυμα.

 Με κέντρο πάντα την Αγία Πόλη, ο Πέτρος έκανε πολλές περιοδείες και επισκεπτόταν τις πλησιόχωρες Εκκλησίες. Σε μια περιοδεία του, θεράπευσε στη Λύδδα τον παράλυτο Αινέα και ανέστησε στην Ιόππη την ελεήμονα Ταβιθά. Το κήρυγμα του Πέτρου φαίνεται πως είχε μεγάλα αποτελέσματα στη Λύδδα και στο Σάρωνα, γιατί ο ευαγγελιστής Λουκάς γράφει πως όλοι όσοι κατοικούσαν εκεί δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριο τους (Πράξ. 9,35). Από την Ιόππη, με θεία εντολή, ο απόστολος ήλθε στην Καισάρεια, όπου κατήχησε και βάπτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και όλους τους δικούς του. Οι ιουδαϊκής καταγωγής Χριστιανοί, όμως, δυσαρεστήθηκαν γιατί βάπτισε έναν ειδωλολάτρη. Έτσι ο Πέτρος αναγκάστηκε ν’ απολογηθεί για την πράξη του και να εξηγήσει ότι ήταν θέλημα Θεού να γίνει ό,τι έγινε. «Και ποιός ήμουν εγώ, που θα μπορούσα να εμποδίσω το Θεό;» είπε. Τότε κατάλαβαν ότι ο Κύριος δεν ήταν μόνο για τους Ιουδαίους, αλλά για όλο τον κόσμο, και ομολόγησαν ότι «και στους ειδωλολάτρες έδωσε ο Θεός τη δυνατότητα να μετανοήσουν και να κερδίσουν την αληθινή ζωή» (Πράξ. 11,18).

Το 42 ή 44 ο Ηρώδης Αγρίππας Α’, βασιλιάς της Παλαιστίνης από το 41 ως το 44, συνέλαβε και θανάτωσε τον απόστολο Ιάκωβο. Και όταν είδε ότι ικανοποιήθηκαν μ’ αυτό οι Ιουδαίοι, φυλάκισε και τον Πέτρο, σκοπεύοντας να εκτελέσει κι εκείνον.

Όσο ο απόστολος βρισκόταν στα δεσμά, οι Χριστιανοί προσεύχονταν για τη σωτηρία του. Και την παραμονή της δίκης του, μέσα στη νύχτα, άγγελος Κυρίου τον ελευθέρωσε θαυμαστά. Πήγε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του ευαγγελιστή Μάρκου, διηγήθηκε στους Χριστιανούς, που ήταν μαζεμένοι εκεί, το πώς τον ελευθέρωσε ο άγγελος, κι ύστερα έφυγε γι’ άλλον τόπο.

Το 49 ο Πέτρος διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Εκεί τάχθηκε με σθένος υπέρ της ελευθερίας των ειδωλολατρικής προελεύσεως Χριστιανών σε σχέση με την περιτομή και τις άλλες διατάξεις του μωσαϊκού νόμου. Τόνισε ότι τόσο οι εθνικοί όσο και οι Ιουδαίοι σώζονται μόνο με την πίστη στο Χριστό. «Πιστεύουμε», κατέληξε, «ότι θα μας σώσει η χάρη του Κυρίου Ιησού, με τον ίδιο τρόπο που θα σώσει κι εκείνους» (Πράξ. 15,11).

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της προς Γαλατάς επιστολής του αποστόλου Παύλου, ο Πέτρος κήρυξε και στην Αντιόχεια (Γαλ.2,11). Η χριστιανική κοινότητα, όμως, της πόλης αυτής είχε ιδρυθεί παλαιότερα, αμέσως μετά το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου, από Ελληνιστές της Κύπρου και της Κυρήνης. Ο Πέτρος πήγε εκεί μαζί με το Μάρκο, λίγο μετά τον Παύλο και το Βαρνάβα. Ο Ευσέβιος, (Εκκλησιαστική Ιστορία 3,1 και 4,2) αναφέρει ότι ο Πέτρος κήρυξε το Ευαγγέλιο και στους Ιουδαίους της διασποράς, στον Πόντο, τη Γαλατία, τη Βιθυνία, την Καππαδοκία και την Ασία.

Αιώνες τώρα, υποστηρίζεται, ότι ο Πέτρος πήγε και στη Ρώμη το 42 ή 44, μετά τη θαυμαστή αποφυλάκισή του από τον άγγελο, και ότι έμεινε εκεί ως πρώτος επίσκοπος της πόλης μέχρι το θάνατό του. Αλλά πρώτος επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αίνος, όπως μαρτυρείται από αρχαίο κατάλογο, που συνέταξε ο επίσης επίσκοπος Ρώμης Σωτήρ (166-174). Κανένας απόστολος δεν πήγε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στη Ρώμη. Εδώ ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε από άγνωστους Χριστιανούς, που είχαν πιστέψει ακούγοντας είτε το κήρυγμα του Πέτρου στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής, «…και οι επιδημούντες Ρωμαίοι, Ιουδαίοι τε και προσήλυτοι…» είτε το κήρυγμα του Παύλου σε άλλες πόλεις.

Στη Ρώμη ο Πέτρος βρέθηκε μόλις το 64. Μαρτύρησε εκεί, στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, στο τσίρκο του Νέρωνα, αφού πρώτα, την άνοιξη, έγραψε τις δύο Καθολικές Επιστολές του.

Μ.Σ.Π

( Περιοδικό «Πάντα τα έθνη» τ. 98).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου