Τήν λέξη «ψαλτόλυσσα» τήν ἄκουσα ἐσχάτως, ἀλλά τό εἶδος τό γνωρίζω ἀπό παλιά. Διότι «ψαλτόλυσσα» δέν εἶναι μόνο ἡ λύσσα πού ἔχουν ὡρισμένοι μοναχοφάηδες ψαλτᾶδες νά τά ψάλλῃ ὅλα ἡ ἀφεντομουτσουνάρα τους, ἀλλά εἶναι καί τό εἶδος αὐτῶν πού θά μπορούσαμε νά τούς ποῦμε «τῆς προσκολλήσεως». Στήν ἀρχή ζυγώνουν στό ψαλτήρι σεμνά καί διστακτικά, καί ἐκτελοῦν χρέη ἰσοκράτη. Ἅμα ὁ ψάλτης διαπιστώσῃ ὅτι δέν εἶναι παράφωνοι μπορεῖ ἐνδεχομένως τήν τρίτη μέ τέταρτη φορά νά τούς ρίξῃ ἕνα βλέμμα συμπαθείας, νά τούς εὐχηθῇ ἕνα καί τοῦ χρόνου ἤ νά τούς εἰδοποιήσῃ γιά μιά ἔκτακτη περίπτωση.
Ἡ ψαλτόλυσσα κάθεται μαζεμένη σάν τό σκυλλί –πρός τό ὁποῖο ἡ σχέση τῆς «(ψαλτο)λύσσας» δέν πρέπει νά εἶναι τυχαία- καί περιμένει ζητιανεύοντας μέ τό βλέμμα ἕνα ἐλάχιστο ψίχουλο, μπορεῖ καί κόκκαλο, ἀπό τήν πλούσια ψαλτική τράπεζα. Ἕνα λαχταριστό κόκκαλο εἶναι βεβαίως ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλά ἡ ψαλτόλυσσα πρέπει νά εἶναι ὑπομονετική καί νά περιμένῃ πότε θά παρουσιαστῇ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, ἡ ἀπουσία π.χ. τοῦ «καθιερωμένου» καί «παλιότερου» διεκδικητῆ, ἕνα κρυολόγημα τοῦ ἀνταγωνιστῆ, κ.λπ. κ.λπ.
Ἕνα ἄλλο λαχταριστό ἔδεσμα πρός τό ὁποῖο προσβλέπουν ὅλες οἱ ἁπανταχοῦ ψαλτόλυσσες εἶναι τό «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε…» στούς Χαιρετισμούς, εἴτε, ἔστω, τό «Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα…» πού θεωρεῖται –καί εἶναι- παρακατιανό, καθότι συντομώτερο ἀπό τό «Ἄσπιλε…», ἀλλά, ἐδῶ πού τά λέμε, στήν ἀναβροχιά καλό εἶν᾿ καί τό χαλάζι πού λέει κι ὁ λαός.
Ἔπειτα ὑπάρχει καί ἡ ἀνάγνωση τῶν ψαλμῶν, τόσο στούς Χαιρετισμούς ὅσο καί τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, πού γιά κάθε ψαλτόλυσσα εἶναι ἕνα λαχταριστούτσικο κομματάκι· θά πῇ βέβαια κάποιος πώς ἄλλο ἀνάγνωση κι ἄλλο ψαλτική, ὅμως ὑπάρχει κι ἐκεῖ ἡ εὐκαιρία γιά λίγο ψάλσιμο, φερ᾿ εἰπεῖν στό «Ἐν ὀνόματι Κυρίου εὐλόγησον πάτερ!», πού ὅλες οἱ ψαλτόλυσσες τό ταρναρίζουν δεόντως, ἄν καί, ἐδῶ πού τά λέμε, σέ χαλάει νά διαβάζῃς μ᾿ ἕνα κάποιο μουρμουριστό ψαλτάδικο ἦθος ἐκεῖνο τό «Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἀπὸ μακρόθεν ἤγγισαν καὶ ἔστησαν καὶ οἱ λαλοῦντές μοι κακὰ ματαιότητας καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν»; Σέ χαλάει; Δέ σέ χαλάει.
Ὑπάρχουν μάλιστα καί ψαλτόλυσσες τῆς μακροχρονίου προσκολλήσεως πού πραγματοποίησαν τό ὄνειρό τους καί μετατέθηκαν ἀπό τήν περιφέρεια στό κέντρο τοῦ ψαλτηρίου, ἔγιναν δηλαδή ἱεροψάλτες ἀριστεροί, ἀκόμα καί δεξιοί σέ σπάνιες, πλήν ὑπαρκτές, περιπτώσεις. Ἄ! τί ἀπόλαυση νά καθαρίζῃς συνεχῶς τή φωνή σου μ᾿ ἕνα ὀλίγον ἐξεζητημένο βηχαλάκι, νά φυσᾷς τή διαπασῶν προκειμένου νά πιάσῃς τόν τόνο, νά περνᾷς μέ ἄνεση ἀπό τόν πρῶτο στόν πλάγιο τοῦ τετάρτου καί τἀνάπαλιν! Τί ἀγαλλίαση νά στραβοκυττᾷς ἕναν χαντακωμένο ἰσοκράτη κάνοντάς του νοήματα νά πιάσῃ τόν κάτω Δή, ἤ τρίβοντας μεταξύ τους τόν δείκτη καί τόν ἀντίχειρα, πού Κύριος οἶδε τί ἀκριβῶς σημαίνει! Καί τί ἄφατη ἡδονή ὅταν βρεθῇς στήν θέση νά ἐπιλέγῃς ἐσύ μέ ἕνα γενναιόδωρο νεῦμα τήν τυχερή, μεταξύ πολλῶν καραδοκουσῶν ψαλτολυσσῶν, ψαλτόλυσσα πού θά διαβάσῃ τό «Ἄσπιλε…»!
Μιά τέτοια ψαλτόλυσσα ἦταν καί ὁ Κώστας Κ., ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νά περάσῃ, ἀπό τήν θέση τοῦ ἁπλοῦ ἰσοκράτη καί εὐκαιριακοῦ ἀναγνώστη τοῦ Ἀποστόλου, στήν θέση τοῦ ἀριστεροῦ ψάλτη τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Φανουρίου τῆς συνοικίας μας. Ὁ ναός ἦταν σχετικά μικρός, οἱ ἀπολαβές πενιχρές, μόλις καί μετά βίας ἀνεβάζοντας σέ ἕνα στοιχειωδῶς ἀξιοπρεπές ἐπίπεδο τό ἐπίσης πενιχρό εἰσόδημα τοῦ ταπεινοῦ ἐμποροϋπαλλήλου, ἀλλά ἦταν κάτι, καί τό κυριώτερο καί ἀνεκτίμητης ἀξίας: ἦταν πλέον ψάλτης, ἀπόλυτος κυρίαρχος τοῦ ἀναλογίου, ἔστω καί τοῦ ἀριστεροῦ.
Αὐτό ὅμως τό «ἀριστεροῦ» ἄρχισε, μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων, νά ἐξελίσσεται σέ ἀγκάθι πού τριβέλιζε τόν Κώστα Κ., καθώς ἀνακάλυπτε ὅτι παρέμενε «στάσιμος» ἐπί σειράν ἐτῶν. Κάθε φορά πού ὑπῆρχε ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως δεξιοῦ ψάλτου –καί τό πρᾶγμα εἶχε συμβῆ πάνω ἀπό δύο φορές- ὁ Κώστας Κ. περίμενε ἐναγωνίως νά ὑπάρξῃ κρούση ἀπό τόν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ, ἕναν θεριακωμένο λεβεντόπαππα, τόν παππα-Νικήτα. Περίμενε αὐτό τό «νεῦμα» εὐαρεσκείας, αὐτήν τήν περιπόθητη χειρονομία ἀναγνωρίσεως, ὅπως ὁ σκύλλος τό κόκκαλο, πλήν ἡ χειρονομία δέν ἐρχόταν, ἡ ὑπόθεση τῆς «ἀναβάθμισής» του χρόνιζε ἐπικίνδυνα, κι εἶχε ἀρχίσει νά σκέπτεται σοβαρά τό ἐνδεχόμενο νά περατώσῃ τήν ψαλτική του σταδιοδρομία ἀριστερός. Καί νά πού γιά καλή του τύχη ὁ τελευταῖος δεξιός ψάλτης -ἕνας Γεώργιος Μπονάνος ἀπό τό πουθενά- λογόφερε μέ τόν παππα-Νικήτα τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, γιά τό ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του ὑποθέτει, καί νά πού παρουσιάζεται μοναδική εὐκαιρία νά ἀναβαθμιστῇ ἐπί τέλους, ἄς εἶναι καί μέ μικρότερη ἀμοιβή ἀπό τοῦ Μπονάνου, αὐτόν τό δεξιό ἀναλόγιο τοῦ ᾿χει σκλαβώσει τήν ψυχή, καί βέβαια μέ τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τόν Νυμφίο νά ἔρχεται –τί νά ἔρχεται, νά εἶναι ἤδη φτασμένος καί νά ἀνοίγῃ τήν θύρα τοῦ νυμφῶνος- ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη λύση εἶναι ὁ προβιβασμός τοῦ ἀριστεροῦ σέ δεξιό!
Ὅλο τό βράδυ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων πρός τήν Μεγάλη Δευτέρα δέν κοιμήθηκε· ἄκουγε τό τηλέφωνο νά χτυπᾷ, ἔβλεπε τόν παππα-Νικήτα νά τόν ὑποδέχεται στό δωματιάκι δίπλα στό ἱερό, περισσότερο γιά νά καθορίσουν τό ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του -ἐννοεῖται πώς θά τό παλέψῃ γιά λελογισμένο ὕψος, ἀλλά δέν πρόκειται νά φθάσῃ καί στά ἄκρα-, ἴσως καί νά μή χρειάζεται, ὅλοι τό ξέρουν πώς τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὁ ρόλος τοῦ ψάλτου εἶναι ἀπό κομβικός ἕως ἀναντικατάστατος.
Κι ὅμως, δέν ἦταν ἔτσι. Ὁ τραγόπαππας εἶχε συνεννοηθῆ μ᾿ ἕναν ἀνηψιό του, ἕνα ἀνίδεο, ἀμούστακο παιδάριο, καί τώρα πού τό σκέφτεται ὅλη ἡ λογομαχία μέ τόν ἄλλο τόν ἄσχετο, τόν Μπονάνο, μπορεῖ νά ἦταν προσχηματική, τόν ἀνηψιό του ἤθελε νά βολέψῃ ὁ ταβλαμπᾶς κι ἔκανε τάχαμου πώς δέν βγαίνει πέρα καί πρέπει νά προβῇ σέ περικοπή μισθοῦ. Ὥρα εἶναι νά τόν πάρῃ κι αὐτόν ἡ μπάλλα καί ἀπό ᾿κεῖ πού ὀνειρεύεται δεξιά μεγαλεῖα νά καταβαραθρωθῇ σέ ἀκόμα βαθύτερα ἀριστερά τάρταρα!
Καίτοι, λοιπόν, φαρμακώθηκε, δέν ἔβγαλε τσιμουδιά, στόμα θεόκλειστο. Πάντως αὐτό τό παιδάριο τό μίσησε. Καί ντρέπεται νά τό πῇ πώς μεγαλοβδομαδιάτικα -ἄν καί, ἐδῶ πού τά λέμε, καί ὁποιαδήποτε ἄλλη μέρα τοῦ χρόνου εἶναι τό ἴδιο- τόν καταράστηκε αὐτόν τόν ἀνηψιό, μαζί μέ ὅλα τά σπυριά του, νά ἀρρωστήσῃ, νά βουβαθῇ, νά βγάλῃ τό κακό σπυρί, ναί, τέτοιες ἀκρότητες, στίς ὁποῖες ἤθελε ὁ ἀθεόφοβος νά ἀνακατέψῃ ὄχι τόν σατανᾶ ἀλλά τόν ἴδιο τόν Θεό, σάν νά μήν ἤξερε πώς «βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους», σάν νά μήν ἤξερε πώς ὁ Θεός «ἀγάπη ἐστίν», καί δέν εἶχε τίποτα νά κάνῃ μέ τίς δικές του μωροφιλοδοξίες καί τά μικρομίση, αὐτήν τήν καταραμένη ψαλτόλυσσα, αὐτό τό παντοδύναμο πάθος, δυναστικώτερο κι ἀπ᾿ τήν ψωμόλυσσα!